Skip to content

Η αγορά βιολογικών προϊόντων… ώρα για αποφάσεις!

Άρθρο του Γιώργου Νικολάου, Γεωπόνου, MSc Διευθυντή Αγροτικού Τομέα TUV NORD Hellas A.E.

Η αγορά των βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα διανύει μια περίοδο στασιμότητας αλλά και  μετασχηματισμού. Από τη μία η στροφή των καταναλωτών προς έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ευαισθητοποίηση για το περιβάλλον έχει τοποθετήσει τα βιολογικά προϊόντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Από την άλλη όμως, τόσο η διαμόρφωση των τιμών στην αγορά όσο και οι παθογένειες που έχουν έρθει στην επικαιρότητα, βάλλουν αμείλικτα το εισόδημα των παραγωγών.

Προτεραιότητα αυτή τη στιγμή αποτελεί η ολιστική αναδιοργάνωση του κλάδου ξεκινώντας ανάποδα σε σχέση με ό,τι κάναμε ως χώρα μέχρι σήμερα. Δηλαδή με προσήλωση στον στόχο αύξησης της ζήτησης για να δημιουργηθεί η προσφορά, μιας και το αντίστροφο σενάριο έχει αποδεδειγμένα αποτύχει. Βέβαια, προϋπόθεση είναι να συμφωνήσουμε ότι αυτό θα αποτελέσει εθνική στρατηγική.

Είναι δεδομένο ότι η άνοδος της κατανάλωσης βασίζεται σε τρεις βασικές ανάγκες των καταναλωτών: υγεία και ευεξία, περιβαλλοντική συνείδηση, υποστήριξη τοπικών παραγωγών. Η ανάπτυξη της αγοράς υποστηρίζεται σήμερα σημαντικά από τη διεύρυνση των σημείων πώλησης. Παλαιότερα, τα βιολογικά προϊόντα ήταν διαθέσιμα μόνο σε εξειδικευμένα καταστήματα και συγκεκριμένες λαϊκές αγορές. Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά μιας και στον χώρο έχουν μπει δυναμικά μεγάλες αλυσίδες Supermarket που έχουν δημιουργήσει τμήματα με βιολογικά τρόφιμα. Το γεγονός αυτό έχει προσελκύσει ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη εξαγορά ιστορικής εταιρείας βιολογικών προϊόντων από μεγάλο επενδυτικό ταμείο, επιβεβαιώνοντας ότι η λιανική πώληση των βιολογικών τροφίμων διαθέτει προοπτικές κερδοφορίας. Επίσης, το ηλεκτρονικό εμπόριο βιολογικών προϊόντων γνωρίζει άνθηση, επιτρέποντας σε καταναλωτές από κάθε γωνιά της Ελλάδας να έχουν πρόσβαση στα προϊόντα του. Τέλος, οι θεσμοθετημένες λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων, με όποια προβλήματα αντιμετωπίζουν, συνεχίζουν να αποτελούν σταθερό σημείο συνάντησης παραγωγών και καταναλωτών, διασφαλίζοντας φρεσκάδα και προσωπική επαφή.

Παρά τη θετική πορεία του παρελθόντος, η ελληνική αγορά βιολογικών αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η κυριότερη από αυτές είναι το υψηλότερο κόστος παραγωγής. Σε περιόδους οικονομικής πίεσης και πληθωρισμού, η τιμή παραμένει το βασικό εμπόδιο για τη μαζική υιοθέτηση αυτών των προϊόντων. Επιπλέον, η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, γεγονός που δυσκολεύει τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας. Συχνά παρατηρούνται ελλείψεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, με αποτέλεσμα να γίνονται εισαγωγές για την κάλυψη της ζήτησης. Ακόμη, η απότομη διεύρυνση της βάσης των παραγωγών έφερε στο φως παθογένειες. Πρόσφατοι έλεγχοι των αρμόδιων αρχών έδειξαν υψηλά ποσοστά μη συμμόρφωσης σε συγκεκριμένους τομείς. Για τους επαγγελματίες του χώρου, η θωράκιση της αξιοπιστίας του σήματος «BIO» αποτελεί ζήτημα επιβίωσης.

Το μέλλον της παγκόσμιας αγοράς βιολογικών προϊόντων προβλέπεται ευοίωνο αλλά σαν χώρα δεν έχουμε αποδείξει έως σήμερα ότι είμαστε έτοιμοι να αρπάξουμε τις ευκαιρίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της στρατηγικής «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο» στοχεύει στη βιολογική καλλιέργεια τουλάχιστον του 25% των γεωργικών εκτάσεων έως το 2030. Αυτό σημαίνει ότι οι αγρότες μας έχουν επί σειρά ετών πρόσβαση σε επιδοτήσεις και κίνητρα για να στραφούν στη βιολογική παραγωγή. Η Ελλάδα έχει δεσμεύσει σημαντικό ποσοστό των συνολικών πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) για την ενίσχυση της βιολογικής παραγωγής. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Δυστυχώς όμως, το συμπέρασμα είναι ότι η ουσιαστική προσέγγιση της αγοράς είναι αντιστρόφως ανάλογη με το ύψος των ενισχύσεων, όταν αυτές παραχωρούνται αγνοώντας την πραγματική παραγωγή τελικών προϊόντων!

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο κλάδος καταγράφει εντυπωσιακή παραγωγική επέκταση που συνοψίζεται σε τριπλασιασμό των παραγωγών τα τελευταία 4 έτη. Πρωταθλητισμό σε εκτάσεις μιας και η βιολογική γεωργία καλύπτει πλέον το 17% της συνολικής αγροτικής γης της χώρας και ηγετική θέση στην κτηνοτροφία με πολύ υψηλά ποσοστά των βοοειδών και των αιγοπροβάτων να δηλώνεται ότι εκτρέφονται με βιολογικές μεθόδους. Η σύγκριση των παραπάνω στοιχείων με τα τελικά ελληνικά βιολογικά προϊόντα δίνουν απογοητευτικό αποτέλεσμα.

Τα πρόσφατα γεγονότα στον χώρο των βιολογικών προϊόντων ανέδειξαν με εμφατικό τρόπο ότι η ανάπτυξη του κλάδου δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην απορρόφηση ενισχύσεων, αλλά απαιτεί ουσιαστική σύνδεση με την πραγματική παραγωγή και διάθεση πιστοποιημένων βιολογικών προϊόντων. Απαιτείται λοιπόν να επαναξιολογήσουμε συνολικά το μοντέλο ανάπτυξης του τομέα, δίνοντας προτεραιότητα σε όσους παράγουν, μεταποιούν και εμπορεύονται πραγματικά βιολογικά προϊόντα. Ενδεχομένως, τα νέα μέτρα στήριξης και οι μελλοντικές προκηρύξεις θα πρέπει να προβλέπουν αυξημένη μοριοδότηση για επιχειρήσεις και παραγωγούς που αποδεδειγμένα διαθέτουν βιολογικά προϊόντα στην αγορά. Παράλληλα, απαιτείται ουσιαστική ενίσχυση των αρμόδιων εποπτικών αρχών, με στελέχωση του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ και της Διεύθυνσης Βιολογικής Γεωργίας του Υπ.Α.Α.Τρ. με εξειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό. Τέλος, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπιση φαινομένων παρατυπιών, θα πρέπει να εξεταστεί θεσμικά η δυνατότητα πρόσβασης των Οργανισμών Ελέγχου και Πιστοποίησης σε κρίσιμα δεδομένα, όπως οι συνταγογραφήσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων, οι αγοραπωλησίες ζωοτροφών και οι παραδόσεις γάλακτος, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, της ιχνηλασιμότητας και της αξιοπιστίας του ελληνικού βιολογικού τομέα.

Η εκπαίδευση των παραγωγών και του καταναλωτή και η διατήρηση αυστηρών ελέγχων πιστοποίησης αποτελούν κλειδιά για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στην αγορά. Καθώς η τεχνολογία βοηθά στη μείωση του κόστους παραγωγής, τα βιολογικά προϊόντα μπορούν να γίνουν πιο προσιτά, μετατρέποντας τη βιολογική διατροφή από πολυτέλεια σε καθημερινή επιλογή. Ήρθε λοιπόν η ώρα να αποφασίσουμε ότι οι ενισχύσεις της Ε.Ε. θα πρέπει να έχουν ¨εκπαιδευτικό¨ χαρακτήρα και να μετατραπούν σε επενδύσεις για υποδομές παραγωγής προϊόντων ώστε να οδηγήσουν σε βιώσιμη ανάπτυξη.